Predatorgate: Το σκοτεινό δίκτυο υποκλοπών που αποκάλυψε την πιο επικίνδυνη ρωγμή στο ελληνικό κράτος δικαίου

Η υπόθεση των υποκλοπών στην Ελλάδα δεν είναι απλώς ένα σκάνδαλο παράνομων παρακολουθήσεων. Είναι ένα βαθύ θεσμικό τραύμα, επειδή αποκαλύπτει πώς η τεχνολογία κατασκοπείας, η εθνική ασφάλεια, οι ιδιωτικές εταιρείες, η πολιτική εξουσία και η δικαστική αδράνεια μπορούν να συναντηθούν σε ένα γκρίζο πεδίο όπου ο πολίτης, ο δημοσιογράφος, ο πολιτικός και ακόμη και ο υπουργός δεν γνωρίζουν ποιος τους παρακολουθεί, γιατί τους παρακολουθεί και ποιος τελικά ελέγχει τον μηχανισμό της παρακολούθησης.

Η υπόθεση ξεκίνησε σχεδόν τυχαία. Ξένα ερευνητικά κέντρα και οργανισμοί, όπως το Citizen Lab του Πανεπιστημίου του Τορόντο και ερευνητές που συνδέονταν με τη Meta, είχαν ήδη εντοπίσει ένα νέο κατασκοπευτικό λογισμικό, το Predator. Δεν επρόκειτο για απλή υποκλοπή τηλεφωνικών κλήσεων. Το Predator μπορούσε να μετατρέψει ένα κινητό τηλέφωνο σε πλήρη κοριό: να ανοίγει μικρόφωνο, να ενεργοποιεί κάμερα, να διαβάζει μηνύματα, να βλέπει φωτογραφίες, να αποκτά πρόσβαση σε εφαρμογές, κωδικούς και προσωπικά δεδομένα. Με απλά λόγια, δεν παρακολουθούσε μόνο τι έλεγες. Παρακολουθούσε τη ζωή σου.

Το πρώτο επιβεβαιωμένο θύμα στην Ελλάδα ήταν ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης. Ως οικονομικός συντάκτης είχε ασχοληθεί με τραπεζικές και φορολογικές υποθέσεις, δηλαδή με πεδία όπου διασταυρώνονται πολιτική ισχύς, επιχειρηματικά συμφέροντα και κρατικοί μηχανισμοί. Όταν άρχισε να υποψιάζεται ότι παρακολουθείται, επέμεινε να ελεγχθεί το κινητό του από το Citizen Lab. Η απάντηση ήταν καθοριστική: η συσκευή του είχε μολυνθεί με Predator για τουλάχιστον δέκα εβδομάδες.

Από εκεί άρχισε να ξετυλίγεται ένα κουβάρι που οδηγούσε όχι μόνο σε ένα spyware, αλλά σε ένα σύστημα. Από τη μία πλευρά υπήρχαν οι νόμιμες επισυνδέσεις, δηλαδή οι άρσεις απορρήτου που εγκρίνονται τυπικά από εισαγγελέα για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για σοβαρά εγκλήματα. Από την άλλη πλευρά υπήρχε το Predator, το παράνομο και αόρατο εργαλείο που δεν περνά από θεσμική έγκριση, δεν αφήνει εύκολα ίχνη και δεν μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά από την ΑΔΑΕ, την Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών.

Η διαφορά είναι κρίσιμη. Η νόμιμη επισύνδεση μπορεί να ακούσει συμβατικές τηλεφωνικές κλήσεις και SMS. Όμως σήμερα οι περισσότερες πραγματικές επικοινωνίες γίνονται μέσω εφαρμογών όπως Signal, WhatsApp, Viber, Telegram ή Messenger. Εκεί η κλασική επισύνδεση έχει τεχνικά όρια. Το Predator, αντίθετα, μπαίνει μέσα στη συσκευή. Δεν παρακολουθεί μόνο το δίκτυο. Καταλαμβάνει το ίδιο το τηλέφωνο.

Αυτό εξηγεί γιατί τέτοια εργαλεία είναι τόσο ελκυστικά για κρατικές υπηρεσίες, παρακρατικούς μηχανισμούς ή ιδιωτικά συμφέροντα που θέλουν πλήρη εικόνα ενός στόχου. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό είναι και τόσο επικίνδυνα. Διότι ένα τέτοιο λογισμικό δεν λειτουργεί με τον κλασικό έλεγχο μιας εισαγγελικής διάταξης. Δεν υπάρχει ασφαλής θεσμική αλυσίδα. Δεν υπάρχει πραγματικός μηχανισμός λογοδοσίας. Και όταν ο στόχος είναι δημοσιογράφος, πολιτικός αρχηγός, υπουργός ή ανώτατος στρατιωτικός, τότε το ζήτημα ξεπερνά την ιδιωτικότητα. Αγγίζει την ίδια τη δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματος.

Στο υλικό αναφέρεται ότι οι στόχοι δεν ήταν λίγοι ούτε ομοιογενείς. Ανάμεσά τους εμφανίζονται ο Νίκος Ανδρουλάκης, τότε ευρωβουλευτής και υποψήφιος για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, ο Χρήστος Σπίρτζης, πρώην υπουργός, αλλά και πρόσωπα της κυβέρνησης και της Νέας Δημοκρατίας, όπως ο Νίκος Δένδιας, ο Γιώργος Γεραπετρίτης και ο Άδωνις Γεωργιάδης. Αναφέρονται επίσης πρόσωπα της δημόσιας ζωής όπως ο Λάκης Λαζόπουλος, ο Μένιος Φουρθιώτης, η Ευγενία Μανωλίδου και άλλοι.

Αυτή η φαινομενικά παράξενη διασπορά στόχων είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της υπόθεσης. Κάποιος θα μπορούσε να ρωτήσει: γιατί να παρακολουθείται ένας υπουργός, ένας αρχηγός κόμματος, ένας δημοσιογράφος και ένας τηλεοπτικός παράγοντας μέσα στο ίδιο ευρύτερο πλαίσιο; Η απάντηση δεν είναι απαραίτητα μία. Σε τέτοιες υποθέσεις, οι στόχοι μπορεί να εξυπηρετούν διαφορετικές ανάγκες. Άλλοι μπορεί να έχουν πολιτική αξία. Άλλοι επιχειρηματική. Άλλοι να αποτελούν κόμβους πρόσβασης σε ισχυρότερα πρόσωπα. Άλλοι να παρακολουθούνται όχι για τους ίδιους, αλλά για τον κύκλο επαφών τους.

Σε μια μικρή χώρα, όπως η Ελλάδα, η πρόσβαση σε ένα τηλέφωνο μπορεί να σημαίνει πρόσβαση σε ολόκληρο δίκτυο σχέσεων. Δεν χρειάζεται πάντα να παρακολουθήσεις απευθείας το πρόσωπο που σε ενδιαφέρει. Μπορεί να παρακολουθήσεις τον συνεργάτη, τη σύζυγο, τον φίλο, τον δημοσιογράφο, τον ενδιάμεσο. Αυτό είναι κλασική λογική δικτυακής παρακολούθησης. Η αξία δεν βρίσκεται μόνο στο πρόσωπο, αλλά στις συνδέσεις του.

Στο επιχειρηματικό σκέλος της υπόθεσης, κεντρική θέση καταλαμβάνει ο Ταλ Ντίλιαν, πρώην στέλεχος τεχνικής υπηρεσίας των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, ο οποίος συνδέθηκε με την Intellexa και το Predator. Στο υλικό αναφέρονται επίσης η σύζυγός του, με ρόλο σε εταιρικές δομές, ο Φέλιξ Μπίτζιος και ο Γιάννης Λαβράνος, ο οποίος φέρεται να συνδέεται με εταιρεία που είχε δραστηριότητα σε συστήματα επικοινωνιών και συμβάσεις με ελληνικούς κρατικούς φορείς.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η διαδρομή από την Κύπρο στην Ελλάδα. Το 2019 ο Ταλ Ντίλιαν είχε εμφανιστεί σε δημοσίευμα και βίντεο όπου παρουσιαζόταν ένα κατασκοπευτικό van, ικανό να υποκλέπτει τηλεπικοινωνίες από απόσταση. Η υπόθεση προκάλεσε θόρυβο στην Κύπρο και οδήγησε σε πρόστιμο. Στη συνέχεια, σύμφωνα με το ρεπορτάζ που περιγράφεται στο υλικό, το επιχειρηματικό περιβάλλον μετατοπίστηκε προς την Ελλάδα, η οποία μπορούσε να λειτουργήσει ως ευρωπαϊκή βάση δραστηριοποίησης.

Αυτό έχει μεγάλη σημασία. Οι εταιρείες spyware θέλουν ευρωπαϊκή νομιμοφάνεια, αλλά συχνά αποφεύγουν το αυστηρό ισραηλινό πλαίσιο εξαγωγών τέτοιων τεχνολογιών, επειδή το Ισραήλ αντιμετωπίζει τα κατασκοπευτικά λογισμικά ως όπλα. Αν μια εταιρεία λειτουργεί από κράτος-μέλος της Ε.Ε., αποκτά διαφορετικό επιχειρηματικό προφίλ, διαφορετική πρόσβαση και διαφορετική ευελιξία. Το πρόβλημα είναι ότι η τεχνολογία αυτή, όταν φύγει από αυστηρό κρατικό έλεγχο, μπορεί να γίνει εργαλείο πολιτικής επιτήρησης, επιχειρηματικού εκβιασμού ή ιδιωτικής κατασκοπείας.

Ένα από τα πιο παράξενα επεισόδια της υπόθεσης αφορά την προπληρωμένη κάρτα με την οποία φέρεται να πληρώθηκαν μολυσμένα SMS που εστάλησαν σε στόχους όπως ο Κουκάκης, ο Ανδρουλάκης, ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς και άλλοι. Οι εισαγγελείς Πρωτοδικών ζήτησαν να βρεθεί ο κάτοχος της κάρτας. Σύμφωνα με το υλικό, η Οικονομική Αστυνομία δεν τον εντόπισε ουσιαστικά, παρότι υπήρχαν στοιχεία. Πήγε σε παλαιά επαγγελματική διεύθυνση και όχι στη σημερινή εργασία του. Τελικά οι δημοσιογράφοι τον εντόπισαν οι ίδιοι.

Ο άνθρωπος αυτός φέρεται να εργαζόταν σε κρεοπωλείο αλυσίδας σούπερ μάρκετ στα νότια προάστια. Όταν ρωτήθηκε, είπε ότι η κάρτα είχε εκδοθεί στο όνομά του αλλά την είχε χάσει. Η εξήγηση που φέρεται να έδωσε ήταν ότι κάποιος τη βρήκε, κατάφερε να την ενεργοποιήσει, βρήκε το PIN, τη φόρτισε και τη χρησιμοποίησε για πληρωμές που συνδέθηκαν με μολυσμένα SMS. Το πρόβλημα είναι προφανές: με βάση την κοινή λογική και τις πιθανότητες, είναι εξαιρετικά δύσκολο κάποιος άγνωστος να βρει τυχαία μια κάρτα, να μαντέψει σωστά τον τετραψήφιο κωδικό μέσα σε λίγες προσπάθειες, να μην μπλοκάρει η κάρτα και στη συνέχεια να τη χρησιμοποιήσει για τόσο εξειδικευμένη δραστηριότητα.

Η υπόθεση της κάρτας λειτουργεί ως μικρογραφία ολόκληρου του σκανδάλου. Υπάρχει ένα κρίσιμο ίχνος. Υπάρχει ένας άνθρωπος που μπορεί να βρεθεί. Υπάρχει μια εξήγηση που μοιάζει εξαιρετικά αδύναμη. Υπάρχει όμως και μια θεσμική διαχείριση που δεν φαίνεται να εξαντλεί τη δυνατότητα έρευνας. Αυτό ακριβώς είναι το μοτίβο που επανέρχεται σε όλη την υπόθεση: στοιχεία που θα μπορούσαν να ανοίξουν δρόμους, αλλά αντιμετωπίζονται ως ατυχείς συμπτώσεις ή ως ανεπαρκείς ενδείξεις.

Το δεύτερο κρίσιμο σκέλος είναι η σχέση Predator και νόμιμων επισυνδέσεων. Σύμφωνα με το υλικό, τουλάχιστον ένας στους τρεις γνωστούς στόχους του Predator φέρεται να είχε, την ίδια ή κοντινή περίοδο, και νόμιμη επισύνδεση από την ΕΥΠ. Αυτό είναι το πιο σοβαρό σημείο. Αν ισχύει, τότε η υπόθεση δεν μπορεί εύκολα να παρουσιαστεί ως «ιδιώτης παρακολουθούσε ιδιώτη». Διότι η στατιστική σύμπτωση μεταξύ νόμιμης κρατικής παρακολούθησης και παράνομης μόλυνσης με spyware δημιουργεί εύλογο ερώτημα συντονισμού ή τουλάχιστον πληροφορικής διαρροής.

Ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με την περιγραφή του υλικού, αντιμετώπισε αυτή τη σύμπτωση με έναν τρόπο που προκάλεσε ανησυχία. Αντί να εξετάσει το ποσοστό των κοινών στόχων μέσα στο σύνολο των στόχων του Predator, φαίνεται να τοποθέτησε τους 87 στόχους μέσα στο σύνολο των χιλιάδων άρσεων απορρήτου, καταλήγοντας ότι στατιστικά το ποσοστό είναι μικρό. Όμως αυτό αλλάζει τη βάση της σύγκρισης. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσοι από τους χιλιάδες στόχους της ΕΥΠ είχαν Predator. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσοι από τους γνωστούς στόχους του Predator είχαν ταυτόχρονα ή κοντά χρονικά νόμιμη επισύνδεση.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Αν ένα πρόσωπο παρακολουθείται από την ΕΥΠ και μετά στοχοποιείται με Predator, αυτό μπορεί να είναι σύμπτωση. Αν όμως αυτό συμβαίνει επαναλαμβανόμενα, τότε η σύμπτωση γίνεται μοτίβο. Και όταν το μοτίβο αφορά πολιτικούς, υπουργούς, δημοσιογράφους και κρατικούς αξιωματούχους, τότε η υπόθεση αποκτά χαρακτήρα θεσμικής κρίσης.

Το νομικό πλαίσιο επιδείνωσε το πρόβλημα. Μέχρι τον Μάρτιο του 2021, ένας πολίτης μπορούσε θεωρητικά να προσφύγει στην ΑΔΑΕ και να ζητήσει να μάθει αν είχε γίνει άρση του απορρήτου του, εφόσον είχαν πάψει οι λόγοι της παρακολούθησης. Το 2021 η δυνατότητα αυτή περιορίστηκε δραστικά για τις περιπτώσεις εθνικής ασφάλειας. Με απλά λόγια, αν κάποιος είχε παρακολουθηθεί για λόγους εθνικής ασφάλειας, δεν μπορούσε πλέον να ενημερωθεί. Αυτή η αλλαγή θεωρήθηκε από πολλούς κρίσιμη, διότι συνέπεσε με την προσπάθεια του Κουκάκη να μάθει αν είχε τεθεί υπό παρακολούθηση.

Αργότερα, μετά την έκρηξη του σκανδάλου, ο νόμος άλλαξε ξανά, αλλά με τρόπο που, σύμφωνα με τους επικριτές του, διατηρούσε τον έλεγχο της ενημέρωσης στα χέρια του κράτους. Δηλαδή ο πολίτης μπορούσε ίσως να ενημερωθεί, αλλά μέσα από μια διαδικασία περιορισμένη, ελεγχόμενη και όχι πλήρως διαφανή.

Η εθνική ασφάλεια εμφανίζεται εδώ ως λέξη-κλειδί. Είναι ο θεσμικός μηχανισμός που επιτρέπει την άρση του απορρήτου, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να λειτουργήσει ως πέπλο απόλυτης μυστικότητας. Όταν μια υπηρεσία ζητά παρακολούθηση για λόγους εθνικής ασφάλειας, ο εισαγγελέας εγκρίνει. Όμως, σύμφωνα με το υλικό, οι αιτήσεις αυτές πολλές φορές δεν περιλαμβάνουν πλήρη αιτιολόγηση, ούτε καν το όνομα του προσώπου, αλλά έναν αριθμό τηλεφώνου. Αν πράγματι υπάρχουν 15.000 ή 16.000 άρσεις απορρήτου τον χρόνο, τότε μιλάμε για τεράστιο αριθμό εγκρίσεων. Και αν οι περισσότερες εγκρίνονται, το ερώτημα είναι αν υπάρχει πραγματικός δικαστικός έλεγχος ή απλή τυπική υπογραφή.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν ο εισαγγελέας που υπογράφει τις άρσεις απορρήτου για την ΕΥΠ βρίσκεται μέσα στο ίδιο κτίριο με την υπηρεσία. Ακόμη κι αν αυτό προβλέπεται θεσμικά, δημιουργεί εύλογη ανησυχία για την πραγματική ανεξαρτησία του ελέγχου. Η φυσική εγγύτητα δεν αποδεικνύει εξάρτηση, αλλά σε τέτοιες υποθέσεις η εικόνα έχει σημασία. Και η εικόνα είναι ότι ο ελεγκτής βρίσκεται δίπλα στον ελεγχόμενο.

Στο πολιτικό επίπεδο, η υπόθεση οδηγεί αναπόφευκτα στο γραφείο του πρωθυπουργού, όχι ως ποινική κατηγορία, αλλά ως θεσμικό ερώτημα. Το 2019 η ΕΥΠ υπήχθη απευθείας στο πρωθυπουργικό γραφείο. Την ίδια περίοδο άλλαξε και ο νόμος ώστε να μπορεί να διοριστεί διοικητής της ΕΥΠ πρόσωπο που δεν πληρούσε το προηγούμενο τυπικό προσόν του πτυχίου. Επί της συγκεκριμένης διοίκησης έγιναν τα γεγονότα που περιγράφονται στην υπόθεση. Αυτό δημιουργεί δύο πιθανές αναγνώσεις, και καμία δεν είναι θεσμικά άνετη: είτε η ΕΥΠ γνώριζε τι συνέβαινε είτε δεν γνώριζε. Αν γνώριζε, υπάρχει ζήτημα εμπλοκής ή ανοχής. Αν δεν γνώριζε, υπάρχει ζήτημα επιχειρησιακής ανεπάρκειας, διότι ένα παράνομο κατασκοπευτικό σύστημα λειτουργούσε στη χώρα χωρίς η αρμόδια υπηρεσία να το αντιληφθεί ή να το σταματήσει.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αδράνεια των πολιτικών θυμάτων. Σύμφωνα με το υλικό, κανένα από τα πολιτικά πρόσωπα που ενημερώθηκαν ότι το τηλέφωνό τους είχε στοχοποιηθεί δεν κινήθηκε με την ένταση που θα περίμενε κανείς. Δεν υπήρξαν μαζικές μηνύσεις κατά αγνώστων. Δεν υπήρξε θεσμική εξέγερση. Δεν υπήρξε πλήρης δημόσια απαίτηση να ελεγχθούν οι συσκευές και να αποκαλυφθεί ποιος είχε πρόσβαση σε κρατικά μυστικά, προσωπικές συνομιλίες ή πολιτικές στρατηγικές.

Αυτό είναι από μόνο του παράξενο. Αν ένας υπουργός Εξωτερικών, ένας υπουργός Άμυνας, ένας αρχηγός κόμματος ή ένας ανώτατος στρατιωτικός στοχοποιείται με spyware, το πρόβλημα δεν είναι προσωπικό. Είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Διότι μέσα σε αυτά τα τηλέφωνα μπορεί να υπάρχουν συνομιλίες με ξένους αξιωματούχους, εμπιστευτικά έγγραφα, πολιτικές αποφάσεις, πληροφορίες για εξοπλιστικά, διπλωματικές επαφές και ζητήματα άμυνας.

Η υπόθεση του Αρείου Πάγου προκάλεσε έντονη συζήτηση επειδή, σύμφωνα με το υλικό, η υπόθεση των πιθανών βαρύτερων αδικημάτων δεν ανασύρθηκε από το αρχείο. Το Πρωτοδικείο είχε επιστρέψει τη δικογραφία, θεωρώντας ότι υπάρχουν στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περαιτέρω έρευνα, ακόμη και για κατασκοπεία. Όμως ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου φέρεται να μην είδε λόγο επανεκκίνησης της έρευνας. Έτσι, οι τέσσερις ιδιώτες που είχαν καταδικαστεί σε πρώτο βαθμό για πλημμελήματα συνεχίζουν προς το Εφετείο, αλλά απομακρύνεται η προοπτική ευρύτερης διερεύνησης για άλλους εμπλεκόμενους, εταιρικούς συνεργάτες, κρατικούς λειτουργούς ή πολιτικά πρόσωπα.

Αυτό είναι κομβικό. Διότι η υπόθεση δεν αφορά μόνο αν τέσσερις ιδιώτες παραβίασαν τον νόμο. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν τέσσερις ιδιώτες μπορούσαν μόνοι τους να παρακολουθούν ή να στοχοποιούν πρόσωπα του μισού πολιτικού συστήματος χωρίς κρατική ανοχή, χωρίς πολιτική κάλυψη, χωρίς πρόσβαση σε πληροφορίες και χωρίς σύνδεση με μηχανισμούς που γνώριζαν ποιοι είχαν ενδιαφέρον ως στόχοι.

Στο διεθνές επίπεδο, το σκάνδαλο εντάσσεται σε μια ευρύτερη αγορά ιδιωτικής κατασκοπείας. Εταιρείες όπως αυτές που συνδέθηκαν με το Predator δηλώνουν ότι πωλούν μόνο σε κυβερνήσεις, υπηρεσίες ασφαλείας και κρατικές αρχές. Αυτό το κάνουν όχι επειδή δεν θέλουν ιδιωτικά χρήματα, αλλά επειδή η νομική τους κάλυψη στηρίζεται στο επιχείρημα ότι εξυπηρετούν κρατικές ανάγκες ασφαλείας. Όταν όμως η τεχνολογία περνά σε ιδιωτικές εταιρείες που μπορούν να έχουν πρόσβαση σε δεδομένα πελατών-κρατών, δημιουργείται ένα παράδοξο: το κράτος αναθέτει σε ιδιώτες μια εξουσία που κανονικά θα έπρεπε να ελέγχεται αυστηρά από το ίδιο, τη Βουλή και τη Δικαιοσύνη.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο υλικό, ο ίδιος ο Ντίλιαν φέρεται να παραδέχθηκε ότι μια τέτοια εταιρεία μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να έχει πρόσβαση σε στοιχεία των στόχων του πελάτη της. Αν αυτό ισχύει, τότε δεν μιλάμε μόνο για παρακολούθηση από ένα κράτος. Μιλάμε για πιθανή πρόσβαση τρίτης ιδιωτικής εταιρείας σε ευαίσθητα κρατικά, πολιτικά και προσωπικά δεδομένα.

Εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο δημοκρατικό πρόβλημα. Το Predator δεν είναι Facebook, ούτε Google, ούτε εμπορική παρακολούθηση για διαφημίσεις. Δεν καταγράφει απλώς προτιμήσεις. Μπορεί να σε βλέπει όταν κοιμάσαι, όταν μιλάς με την οικογένειά σου, όταν συναντάς μια πηγή, όταν συζητάς πολιτική στρατηγική, όταν ανταλλάσσεις προσωπικά μηνύματα, όταν κάνεις κάτι που δεν αφορά κανέναν άλλον. Και δεν χρειάζεται καν να χρησιμοποιηθούν όλα αυτά. Αρκεί να ξέρεις ότι κάποιος τα έχει. Η γνώση της παρακολούθησης γίνεται από μόνη της μηχανισμός ελέγχου.

Το ελληνικό Predatorgate, επομένως, δεν είναι μια υπόθεση τεχνολογίας. Είναι υπόθεση εξουσίας. Δείχνει πώς η έννοια της εθνικής ασφάλειας μπορεί να γίνει εργαλείο αδιαφάνειας. Δείχνει πώς ένα παράνομο spyware μπορεί να συμπληρώνει τα όρια της νόμιμης επισύνδεσης. Δείχνει πώς οι ιδιωτικές εταιρείες μπορούν να αναλάβουν ρόλους που παραδοσιακά ανήκαν σε κρατικές υπηρεσίες. Δείχνει πώς η Δικαιοσύνη μπορεί να περιορίζει το πεδίο της έρευνας εκεί όπου η κοινωνία περιμένει πλήρη διαλεύκανση. Και δείχνει πώς η πολιτική τάξη μπορεί να σιωπά ακόμη και όταν η ίδια εμφανίζεται ως θύμα.

Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: ποιος ήθελε αυτές τις παρακολουθήσεις; Ποιος επέλεξε τους στόχους; Ποιος πλήρωσε; Ποιος είχε πρόσβαση στα δεδομένα; Ποιος γνώριζε; Ποιος κάλυψε; Και γιατί, ακόμη και σήμερα, τόσα πολλά στοιχεία αντιμετωπίζονται ως συμπτώσεις;

Μέχρι να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, η υπόθεση των υποκλοπών δεν μπορεί να θεωρηθεί κλειστή. Μπορεί να μπει σε αρχείο. Μπορεί να περιοριστεί δικαστικά. Μπορεί να κουραστεί επικοινωνιακά. Αλλά θεσμικά παραμένει ανοιχτή. Διότι μια δημοκρατία δεν απειλείται μόνο όταν παρακολουθούνται οι πολίτες της. Απειλείται κυρίως όταν κανείς δεν μπορεί ή δεν θέλει να απαντήσει ποιος τους παρακολουθούσε.


Discover more from The Undercover Journal

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Leave a Reply

Discover more from The Undercover Journal

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from The Undercover Journal

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading