Η βόμβα που έσβησε επτά αστέρια: Το απόλυτο φιάσκο της CIA



Κεφάλαιο 1

η σκιά που έρχεται από τη ζάρκα

Image Not Found



Η ζέστη έσφιγγε το στρατόπεδο Chapman σαν δαγκάνα από σίδερο. Ήταν 30 Δεκεμβρίου 2009, λίγο πριν τις τέσσερις το απόγευμα, και ο αέρας στο Κόστ του ανατολικού Αφγανιστάν έμοιαζε παγωμένος από την παράδοξη ησυχία πριν από μια θύελλα.

Η Jennifer Lynne Matthews, επικεφαλής του σταθμού της CIA στο στρατόπεδο, στεκόταν στη μέση του κεντρικού χώρου υποδοχής. Φορούσε το γνωστό χακί παντελόνι, το μπλουζάκι με τα κοντά μανίκια και είχε δέσει πίσω τα μαλλιά της. Ήταν από τους πιο έμπειρους αξιωματικούς στον αγώνα κατά της Αλ Κάιντα — είχε υπηρετήσει στη Βαγδάτη, στην Υεμένη και είχε εκπαιδεύσει πράκτορες από το Πακιστάν μέχρι τη Γεωργία.

Αλλά σήμερα, κάτι την έκανε να χαμογελά. Έπειτα από μήνες αποτυχημένων επιχειρήσεων, είχαν βρει επιτέλους τον άνθρωπο που θα τους έφερνε τον Αϊμάν αλ Ζαουαχίρι στο πιάτο. Ή, τουλάχιστον, έτσι πίστευαν.

Το όνομά του: Humam Khalil Abu-Mulal al-Balawi. Γιατρός. Ιορδανός. Πρώην ισλαμιστής. Φανατικός blogger στο Al-Hesbah. Είχε στρατολογηθεί από τη General Intelligence Directorate της Ιορδανίας μετά τη σύλληψή του το 2007. Τον έπεισαν – υποτίθεται – να γυρίσει την πλάτη στην Αλ Κάιντα και να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη Δύση.

Και τώρα, αυτός ο άντρας, που υποσχέθηκε να παραδώσει στους Αμερικανούς τις ακριβείς τοποθεσίες των ανώτατων ηγετών της Αλ Κάιντα στο Πακιστάν, έφτανε στο στρατόπεδο. Ήταν, όπως είχε πει ο Jordanian handler του, “το μεγαλύτερο διαμάντι που είχαμε ποτέ”.

Ο ταγματάρχης Ali bin Zeid, από τη βασιλική οικογένεια της Ιορδανίας, ήταν εκείνος που τον είχε φέρει. Ο Ζέιντ, κομψός, με στολή GID, δεν είχε ακόμη συμπληρώσει τα σαράντα. Για την Ιορδανία ήταν τιμή· για τη CIA, ήταν επιβεβαίωση.

Ένα Chevrolet Suburban πέρασε την πύλη του Chapman. Σταμάτησε μπροστά από το οίκημα διοίκησης. Ο οδηγός έσβησε τη μηχανή. Πόρτες άνοιξαν. Βήματα. Σιωπή.

Ο Al-Balawi βγήκε πρώτος. Λεπτός, με γένια περιποιημένα, με βλέμμα σίγουρο. Δεν φορούσε χειραψίες. Δεν χρειαζόταν. Όλοι γνώριζαν ποιος ήταν. Ή, καλύτερα, ποιος πίστευαν ότι ήταν.

Η Jennifer χαμογέλασε διακριτικά και πλησίασε. Την ακολούθησαν έξι ακόμα αξιωματικοί – ο Harold Brown Jr., η Elizabeth Hanson, ο Scott Roberson, η Dane Paresi, ο Jeremy Wise και η Δρ. Jacqueline G. Janzen.

Ο Al-Balawi τους κοίταξε έναν-έναν. Μετρημένα. Με ακρίβεια.

Ύστερα από έξι δευτερόλεπτα, έβαλε το χέρι του στο εσωτερικό της ζακέτας του.

Η Jennifer έκανε ένα βήμα μπροστά. «Μην ανησυχείτε. Είναι με τους δικούς μας», είχε πει λίγο πριν στο briefing.

Το βλέμμα του al-Balawi δεν είχε αλλάξει.

Το χέρι του έμεινε μέσα στη ζακέτα.

Κανείς δεν φώναξε.

Κανείς δεν πρόλαβε.

Η έκρηξη συγκλόνισε το Chapman σε ακτίνα εκατό μέτρων.


Κεφάλαιο 2

η έκρηξη που έθαψε τα πάντα

Image Not Found



Το τηλεφώνημα έφτασε στη Λάνγκλεϊ στις 7:06 π.μ. ώρα Ουάσινγκτον.

Ο Leon Panetta, διευθυντής της CIA, βρισκόταν ήδη στο γραφείο του, με έναν καφέ που δεν είχε καν αγγίξει. Η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν κοφτή, μηχανική, με την ένταση της στρατιωτικής πειθαρχίας:

«Έχουμε απώλειες στο Chapman. Πιθανή επίθεση αυτοκτονίας. Σκοτώθηκαν επτά πράκτορες και ένας Ιορδανός σύνδεσμος.»

Ο Panetta έμεινε σιωπηλός για πέντε δευτερόλεπτα.

«Ονόματα;»

«Η Jennifer Matthews είναι μεταξύ των νεκρών.»

Η φράση κόλλησε στον αέρα. Η Matthews δεν ήταν απλώς μία ακόμα πράκτορας. Ήταν βετεράνος. Μια από τις λίγες γυναίκες που είχαν ανέβει τόσο ψηλά στο CTC (Counterterrorism Center). Αν υπήρχε κάποια που μπορούσε να διαβάσει έναν άνθρωπο, αυτή ήταν εκείνη.

«Και ο πληροφοριοδότης;»

«Ήταν ο ίδιος ο βομβιστής, κύριε διευθυντά.»

Ο Panetta έγειρε πίσω στην καρέκλα του. Η φράση έπεσε σαν σφαίρα:
“Ήταν ο ίδιος ο βομβιστής.”

Τα μάτια του στένεψαν. «Πες μου ότι αυτός δεν ήταν ο Jordanian asset. Πες μου ότι δεν ήταν ο…»

«Ήταν ο Humam al-Balawi, κύριε. Ο “Khorasani”.»

Πέντε λεπτά αργότερα, ολόκληρη η αίθουσα επιχειρήσεων στον 7ο όροφο της CIA ήταν ενεργή. Μια λέξη επαναλαμβανόταν παντού, σε χαμηλούς ψιθύρους, με τόνους απόγνωσης και φρίκης:

“Τριπλός πράκτορας.”

Το Chapman δεν ήταν μια συνηθισμένη βάση. Δεν υπήρχε καν στον επίσημο χάρτη του ΝΑΤΟ. Ήταν ένα μικρό, φαινομενικά παραμελημένο σημείο υποστήριξης που χρησίμευε ως επιχειρησιακός σταθμός για αναγνώριση στόχων της Αλ Κάιντα και των Ταλιμπάν στις παραμεθόριες περιοχές Πακιστάν – Αφγανιστάν.

Η CIA είχε εκεί δικούς της ανθρώπους. Όχι στρατιώτες, αλλά κυνηγούς φαντασμάτων: χειριστές HUMINT (Human Intelligence), αναλυτές, ψυχολόγους, ειδικούς σε στρατολόγηση. Και τώρα, οι μισοί ήταν νεκροί. Όχι από πυρά. Όχι από ενέδρα. Αλλά από κάποιον που οι ίδιοι κάλεσαν ως σύμμαχο.

Το κτήριο είχε ισοπεδωθεί. Κομμάτια σάρκας βρέθηκαν στα δέντρα. Το υποτιθέμενο “asset”, ο γιατρός al-Balawi, είχε φορέσει ζώνη με τουλάχιστον 10 κιλά εκρηκτικών και μεταλλικά θραύσματα. Πέρασε χωρίς κανέναν έλεγχο.

Η εμπιστοσύνη ήταν το κλειδί. Και αυτή τη φορά, τους σκότωσε.

Στην Ιορδανία, ο βασιλιάς Αμπντουλάχ ενημερωνόταν ήδη. Ο θάνατος του πρίγκιπα Ali bin Zeid — ανιψιού του και αξιωματικού της GID — δεν ήταν απλώς προσωπική απώλεια. Ήταν γεωπολιτική ντροπή.

Ο al-Balawi ήταν δικός τους άνθρωπος. Τον είχαν στρατολογήσει το 2007, όταν τον συνέλαβαν για ριζοσπαστική δραστηριότητα. Είχε γίνει blogger-φερέφωνο της Al-Qaeda, αλλά πίστεψαν ότι τον “γύρισαν”. Του έδωσαν χρήματα, ελευθερία, πρόσβαση. Τον έστειλαν στο βορειοδυτικό Πακιστάν. Εκείνος φαινομενικά παρέδιδε στόχους – και κάποιοι χτυπήθηκαν πράγματι με drone.

Όμως τώρα, όλα τίθενται υπό αμφισβήτηση. Μήπως η CIA έριξε πυραύλους σε λάθος ανθρώπους; Μήπως ο Balawi τους οδηγούσε εκεί σκόπιμα, για να ενισχύσει την κάλυψή του;

Στο νοσοκομείο της Bagram, τμήματα σωμάτων ακόμα αναγνωρίζονταν. Η ατμόσφαιρα βάραινε από αίμα, καμένο πλαστικό και ντροπή.

Ο πράκτορας Scott Roberson, πρώην αστυνομικός της Ατλάντα, είχε προστατεύσει Αμερικανούς διπλωμάτες στο Ιράκ. Ο Jeremy Wise ήταν πρώην SEAL που είχε αναλάβει επιχειρήσεις ασφαλείας ως contractor. Η Elizabeth Hanson είχε ταξιδέψει μυστικά σε τουλάχιστον τέσσερις χώρες της Μέσης Ανατολής ως “αναλύτρια”.

Και τώρα; Ήταν όλα ένα λάθος; Μια παγίδα καλοστημένη από κάποιον που δεν πρόδωσε απλώς την εμπιστοσύνη τους, αλλά τους έσφαξε χαμογελώντας;

Πίσω στην Ουάσινγκτον, τα ερωτήματα μόλις είχαν αρχίσει.

Πώς πέρασε χωρίς έλεγχο;
Ποιος έδωσε την εντολή να τον δεχθούν εντός της βάσης χωρίς πρωτόκολλο ασφαλείας;
Γιατί τόσοι υψηλόβαθμοι συγκεντρώθηκαν ταυτόχρονα στο ίδιο σημείο — χωρίς καμία πρόβλεψη εφεδρείας;

Και το πιο ανησυχητικό: αν μπορούσε ένας τριπλός πράκτορας να διεισδύσει τόσο βαθιά, πόσοι ακόμα μπορεί να υπάρχουν εκεί έξω;

Ο Khalil al-Balawi είχε πεθάνει.

Αλλά το μήνυμα που άφησε πίσω του μόλις είχε αρχίσει να διαβάζεται.



Κεφάλαιο 3

η γέννηση ενός τριπλού πράκτορα

Image Not Found



Πριν γίνει φάντασμα του πολέμου και ήρωας-μάρτυρας για την Αλ Κάιντα, ο Humam Khalil Abu-Mulal al-Balawi ήταν απλώς ένας άνθρωπος με μια λευκή ποδιά και ένα στηθοσκόπιο.

Γεννημένος το 1977 στο Κουβέιτ, παιδί παλαιστινιακής οικογένειας προσφύγων, ο Humam έζησε το πρώτο του ξεριζωμό το 1990, όταν ο Σαντάμ Χουσεΐν εισέβαλε στο εμιράτο. Η οικογένεια βρήκε καταφύγιο στη Ζάρκα της Ιορδανίας, την ίδια πόλη που είχε γεννήσει έναν άλλο «θρύλο» του τρόμου: τον Αμπού Μουσάμπ αλ-Ζαρκάουι.

Ο νεαρός Humam ήταν έξυπνος, ήρεμος, επιμελής. Πέρασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης. Επέστρεψε στην Ιορδανία με πτυχίο και φιλοδοξίες — όχι για αίμα, αλλά για θεραπεία.

Αλλά η πραγματικότητα της Ζάρκα τον περίμενε. Πτώχεια, πολιτική καταπίεση, μια κοινωνία με άπειρες σκιές και ελάχιστο φως.

Στις αρχές του 2000, ο Balawi άρχισε να γράφει. Όχι ιατρικές μελέτες — αλλά φλογερά, ιδεολογικά κείμενα σε ισλαμιστικά φόρουμ, με το ψευδώνυμο “Abu Dujana al-Khorasani”. Επικαλείτο τον τζιχάντ, τους Αμερικανούς σταυροφόρους, τη Γάζα, το Αφγανιστάν, τον θάνατο των αθώων. Τα κείμενά του έφτασαν μέχρι τα χέρια του ίδιου του Αϊμάν αλ Ζαουαχίρι, ο οποίος, σύμφωνα με πηγές, «εντυπωσιάστηκε από την πυκνότητα σκέψης του».

Το 2007, ο Humam συνελήφθη από την GID. Δεν ήταν πλέον μόνο blogger — τον παρακολουθούσαν για επαφές με τζιχαντιστές. Οι ανακριτές τον αντιμετώπισαν αρχικά ως ύποπτο για ένταξη σε τρομοκρατικό δίκτυο.

Όμως κάποιοι στον μηχανισμό της GID είδαν κάτι περισσότερο.

Ένα νεαρό γιατρό.
Με πάθος.
Με προσβασιμότητα.
Με εχθρικό προφίλ που θα μπορούσε να γίνει κάλυψη.

Και κυρίως: ένας υποψήφιος “asset” που θα μπορούσε να τους φέρει μέσα στην καρδιά της Αλ Κάιντα.

Του προσφέρθηκε μια συμφωνία. Ελευθερία, ασφάλεια για την οικογένειά του, χρήματα. Και μια αποστολή: να πάει στο Πακιστάν και να διεισδύσει στις τάξεις της Αλ Κάιντα.

Οι Ιορδανοί ενημέρωσαν τη CIA. Ο Balawi παρουσιάστηκε στους Αμερικανούς ως «σημαντικό εργαλείο» με γνήσια πρόσβαση και διάθεση συνεργασίας.

Μέχρι και το φθινόπωρο του 2009, όλα φαίνονταν λειτουργικά. Ο Balawi παρείχε πληροφορίες που οδήγησαν στην εξόντωση στόχων της Αλ Κάιντα μέσω drone strikes. Του έδωσαν παρατσούκλια: «the golden source», «ο άνθρωπος που θα φέρει τον Ζαουαχίρι».

Οι αναλυτές στη CIA, ωστόσο, δεν συμφωνούσαν όλοι. Ορισμένοι —ιδιαίτερα στην Ουάσινγκτον— είχαν προειδοποιήσει:

«Κάποια από τα “χτυπήματα” που βασίζονταν στις πληροφορίες του φαίνεται να είχαν ελάχιστη στρατηγική σημασία.»

«Μήπως μας κατευθύνει εκείνος;»

Η προειδοποίηση καταγράφηκε.
Κανείς δεν την πήρε σοβαρά.
Η ανάγκη να βρεθεί ο Ζαουαχίρι ήταν μεγαλύτερη.

Ο Balawi ήταν πράγματι στο Πακιστάν. Ήταν στο Βόρειο Ουαζιριστάν, ζώνη άνευ κρατικού ελέγχου, όπου άνθιζαν η Αλ Κάιντα, οι Ταλιμπάν και άλλες μαύρες σημαίες. Εμφανίστηκε ως αδελφός, ως γιατρός. Ήξερε πώς να μιλήσει. Ήξερε τι να πει.

Κέρδισε την εμπιστοσύνη.

Και, πράγματι, γνώρισε προσωπικά τον Αϊμάν αλ Ζαουαχίρι. Ο τελευταίος, πρώην χειρουργός ο ίδιος, είδε στον Balawi έναν “mirror image”. Ίσως και κάτι περισσότερο: ένα όπλο.

Η συμφωνία ήταν σιωπηρή αλλά σαφής:

Θα παίξεις το παιχνίδι τους.
Θα φτάσεις στο κέντρο τους.
Θα αυτοαναφλεγείς και θα γίνεις μάρτυρας.



Στις αρχές Δεκεμβρίου 2009, ο Balawi επικοινώνησε εκ νέου με τη CIA μέσω των Ιορδανών.

Είχε, υποστήριξε, «συγκλονιστικά στοιχεία» για την τοποθεσία του Ζαουαχίρι. Όχι εικασίες. Ονόματα. Συντεταγμένες.

Ζήτησε να συναντηθεί προσωπικά με την ομάδα του Chapman.

Η απάντηση ήρθε σε 24 ώρες:
“Approved.”

Το υπόλοιπο, πλέον, ήταν ζήτημα πίστης.

Μιας πίστης που η CIA πλήρωσε με αίμα.



Κεφάλαιο 4

η μέρα που η cia τυφλώθηκε

Image Not Found



Η τηλεδιάσκεψη ξεκίνησε στις 10:08 π.μ., ώρα Ουάσινγκτον.
Οι οθόνες στο Langley ήταν γεμάτες πρόσωπα. Στατική εικόνα από το Kabul Station. Γραφείο GID από το Αμμάν. Ειδική αίθουσα από το Camp Chapman. Το βλέμμα όλων ήταν στραμμένο στον Leon Panetta.

«Χάσαμε επτά δικούς μας. Και έναν συνεργάτη της Ιορδανίας. Από κάποιον που μας είπε ότι θα μας φέρει τον νούμερο δύο της Αλ Κάιντα.»

Η φωνή του δεν είχε ούτε ίχνος συναισθηματισμού. Ήταν το βλέμμα του, που αποκάλυπτε την οργή. Οργή για την προδοσία, για τη γελοιοποίηση, για την απώλεια ανθρώπων που ο ίδιος είχε εγκρίνει.

Ο Stephen Kappes, υπαρχηγός της CIA, προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία.
«Ο Balawi είχε περάσει από διασταυρωμένο έλεγχο. Είχαμε “positive hits” από drone strikes βασισμένα σε πληροφορίες του. Η GID εγγυήθηκε προσωπικά για την αξιοπιστία του.»

Ο Panetta έγνεψε.
«Η Jennifer Matthews τον δέχθηκε εντός της βάσης. Χωρίς σωματικό έλεγχο. Ξέρουμε γιατί;»

Σιωπή.

Ο αναπληρωτής διευθυντής Επιχειρήσεων είπε χαμηλόφωνα:
«Η Matthews πίστευε ότι αν γινόταν σωματικός έλεγχος, ο Balawi θα νόμιζε πως δεν τον εμπιστευόμαστε. Ήταν η πρώτη φορά που συμφωνούσε να εμφανιστεί πρόσωπο με πρόσωπο. Δεν ήθελε να ρισκάρει την επαφή.»

«Οπότε ρισκάραμε τα πάντα εμείς. Για να μη ρισκάρει εκείνος», είπε ο Panetta.

Η έκθεση ζημιών που είχε μπροστά του ο Κappes ήταν φρικτή.

Ονόματα:

  • Jennifer Lynne Matthews – επικεφαλής του Chapman. 45 ετών. 14 χρόνια στη CIA. Μητέρα τριών παιδιών.
  • Elizabeth Hanson – 30 ετών. Αναλύτρια με αντικείμενο το al-Qaeda network structure.
  • Scott Roberson – πρώην αστυνομικός, υπεύθυνος ασφάλειας.
  • Dane Paresi – contractor. Πρώην μέλος των Ειδικών Δυνάμεων.
  • Jeremy Wise – contractor. Πρώην Navy SEAL.
  • Harold Brown Jr. – operations officer.
  • Jacqueline G. Janzen – αναλύτρια.
  • Ταγματάρχης Ali bin Zeid – βασιλική οικογένεια Ιορδανίας. Σύνδεσμος της GID.


Επτά Αμερικανοί. Ένας Ιορδανός. Όλοι νεκροί. Σε μια βάση ασφαλή. Από έναν που ονομάζαμε “asset”.

Το επόμενο ερώτημα στη σύσκεψη ήταν το αναμενόμενο:

“Ποιος φταίει;”

Η πρώτη οργή στράφηκε προς την Ιορδανία.

Ο Ali bin Zeid είχε προσωπικά εγγυηθεί την αξιοπιστία του Balawi.
Η GID είχε παρουσιάσει τον πληροφοριοδότη ως «κορυφαίο διείσδυση στην Αλ Κάιντα».
Τώρα, το αποτέλεσμα ήταν η χειρότερη απώλεια στελεχών της CIA εδώ και δεκαετίες.

Ο σταθμάρχης του Amman Station, γνωστός ως “Brian”, είχε ζητήσει 24ωρη περίοδο παγώματος των επιχειρήσεων.
Η GID δεν απαντούσε σε τίποτα. Η επίσημη γραμμή: “Ο Balawi εξαπάτησε και εμάς. Δεν ήταν ποτέ πράκτοράς μας. Ήταν προσωρινά υπό παρακολούθηση.”

Αλλά η αλήθεια ήταν πιο σκοτεινή:
Ήταν πράκτοράς τους. Τον στρατολόγησαν. Τον έστειλαν οι ίδιοι. Και εκείνος εξόντωσε μία από τις πιο κρίσιμες ομάδες του CTC.

Ο Panetta έκλεισε την τηλεδιάσκεψη με τέσσερις λέξεις:

«Από σήμερα, κανείς εμπιστοσύνη σε κανέναν.»

Στο Kabul, το σοκ ήταν ακόμη πιο βαθύ.

Ο σταθμάρχης της CIA είχε δώσει εντολή να κατέβουν όλες οι ανθρωποκεντρικές επιχειρήσεις (HUMINT) σε επίπεδο κόκκινου συναγερμού. Καμία επαφή με πράκτορες, κανένα νέο ραντεβού.

Οι πράκτορες που είχαν επιβιώσει στο Chapman — τρεις συνολικά — μεταφέρθηκαν σε απομόνωση για αποσυμπίεση και αποτίμηση.

Ένας από αυτούς, ο “Tom”, είπε κάτι που πάγωσε τη μονάδα ψυχολογικής αποκατάστασης:

«Χαιρέτησε πριν πυροδοτήσει. Δεν ζήτησε τίποτα. Απλώς μας κοίταξε. Σαν να μας έλεγε “σας ξεγέλασα όλους”.»


Η πράκτορας που το κατέγραψε έβαλε στο αρχείο τη φράση:

“Καθαρή περίπτωση τριπλής ταυτότητας. Επιχειρησιακή διείσδυση με επίπεδο CIA Grade 1.”

Μακριά από το Chapman, μέσα στα σπήλαια του Βόρειου Ουαζιριστάν, η Αλ Κάιντα είχε ήδη κυκλοφορήσει το βίντεο.

Σε μαύρο φόντο, με λευκά γράμματα, εμφανιζόταν το πρόσωπο του al-Balawi. Κοιτούσε την κάμερα.

Μιλούσε αραβικά, ήρεμα, καθαρά:

«Είπα ψέματα στους πράκτορες. Στους πράκτορες της Ιορδανίας. Στους πράκτορες της Αμερικής. Με εμπιστεύθηκαν. Τους εξαπάτησα. Έχυσαν αίμα σε βάρος των μουσουλμάνων. Τώρα, γεύτηκαν τη δική μας απάντηση. Ο θάνατός μου είναι η νίκη μου.»



Το βίντεο τελείωνε με τον τίτλο:

«Η εκδίκηση του Khorasani»

Η CIA δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ.

Η ίδια της η εμπιστοσύνη είχε μετατραπεί σε όπλο.
Και ο εχθρός, δεν ήταν απέναντι.

Ήταν ήδη μέσα.

Κεφάλαιο 5

η σιωπή μετά την έκρηξη

Ο David C., αναλυτής του CTC (Counterterrorism Center), στεκόταν μόνος του στο διάδρομο έξω από το γραφείο της Jennifer Matthews.

Το γραφείο ήταν σφραγισμένο. Η πόρτα είχε σπασμένα τα άνω δεξιά τζάμια. Μια κορδέλα ασφαλείας με τη λέξη RESTRICTED κάλυπτε τη λαβή. Μέσα, τίποτα δεν είχε αγγιχτεί. Ο υπολογιστής παρέμενε κλειστός. Η κούπα με τον χάρτη του Πακιστάν είχε μείνει μισογεμάτη, κρύα εδώ και μέρες.

Ο David είχε δουλέψει μαζί της για τέσσερα χρόνια. Την είχε δει να υψώνει τη φωνή της σε μέλη της Διοίκησης. Να αναλαμβάνει αποστολές που άλλοι απέφευγαν. Ήταν η «λογική» φωνή στις ασφυκτικές αίθουσες αποφάσεων της CIA. Και τώρα, ήταν απλώς μια καταχώρηση στο μητρώο νεκρών πεδίου.

Είχε γράψει στην προσωπική της αναφορά:

“Η Matthews ήξερε πότε να εμπιστεύεται και πότε όχι. Αυτό ήταν πάντα το ταλέντο της. Μέχρι που η εμπιστοσύνη της την σκότωσε.”




Στην Αλεξάνδρεια της Βιρτζίνια, ο σύζυγος της Elizabeth Hanson δεν είχε ακόμη πει στα παιδιά ότι η μητέρα τους δεν θα επέστρεφε.

Τους είχε πει πως η μαμά ήταν «σε αποστολή».

Image Not Found


Η μικρή Μαρία είχε ζωγραφίσει μια καρδιά με κόκκινο μαρκαδόρο και την είχε ακουμπήσει πάνω στην πολυθρόνα της.
Κάτω από την καρδιά έγραφε με παιδικά γράμματα:
«Μαμά, γύρνα σύντομα.»

Το σώμα του ταγματάρχη Ali bin Zeid είχε επιστραφεί στην Ιορδανία με τιμές. Η νεκροφόρα καλύφθηκε με τη σημαία. Ο βασιλιάς Αμπντουλάχ παρέστη στην ταφή. Έγινε εθνικός ήρωας. «Έπεσε πολεμώντας την τρομοκρατία», είπαν τα κρατικά μέσα.

Αυτό που δεν είπαν ήταν πως ο bin Zeid είχε αρνηθεί μέχρι τελευταία στιγμή να επιτρέψει σωματικό έλεγχο στον al-Balawi, λέγοντας:

«Μου εμπιστεύθηκε τη ζωή του. Δεν θα τον προσβάλω τώρα.»



Ο πρίγκιπας πλήρωσε για την τιμή του. Η προδοσία έγινε μέσα από την εμπιστοσύνη. Το αίμα του βάφτηκε με λόγια που δεν πρόλαβε να πάρει πίσω.

Η Ιορδανική GID είχε κλειδωθεί σε σιωπή. Οι επίσημοι αρνήθηκαν πως ο Balawi ήταν δικός τους.

Όμως οι εσωτερικές αναφορές στο Langley ήταν ξεκάθαρες:

“Τον στρατολόγησαν.”
“Τον χρηματοδότησαν.”
“Τον ενθάρρυναν να διεισδύσει στην Αλ Κάιντα.”



Και τώρα, η CIA έπρεπε να αποφασίσει:
θα θυσίαζε τη συνεργασία με την Ιορδανία ή θα έκανε πως δεν ήξερε;

Ο Panetta έγραψε σε ιδιωτικό του memo:

«Η Ιορδανία παραμένει κρίσιμος σύμμαχος στη Μέση Ανατολή. Δεν μπορούμε να τους κάψουμε. Αλλά δεν θα ξεχάσουμε ποτέ ότι ένας άνθρωπος τους, ένας “σύμμαχος”, έβαλε τέλος σε επτά δικούς μας.»



Στην άλλη πλευρά του κόσμου, οι Ταλιμπάν πανηγύριζαν.

Ο εκπρόσωπος τους, Zabiullah Mujahid, δήλωσε στον Τύπο:

«Ο Αμπού Ντουτζάνα, ο ήρωας-γιατρός, κατάφερε αυτό που εκατοντάδες μαχητές δεν μπόρεσαν. Πέρασε μέσα τους. Τους ξεγέλασε. Και τους έσφαξε. Το μήνυμα είναι σαφές: μπορούμε να χτυπήσουμε οποτεδήποτε, οπουδήποτε, όπως θελήσουμε.»



Στους κόλπους της Αλ Κάιντα, το βίντεο του Balawi είχε γίνει σύμβολο. Μοιραζόταν από κινητό σε κινητό, από σπηλιά σε σπηλιά.

Το χαμόγελό του πριν την έκρηξη έγινε θρύλος.

Στο αρχείο της CIA, η υπόθεση καταγράφηκε ως:

“Chapman Attack Incident – Internal Breach by False Source / Human Asset Compromise / HUMINT Collapse – Khost AO.”



Το αρχείο έκλεισε.
Αλλά οι πληγές δεν επρόκειτο να επουλωθούν σύντομα.

Για πρώτη φορά από το 11/9, η CIA είχε τυφλωθεί.

Και το χειρότερο ήταν ότι είχε κοιτάξει τον εχθρό στα μάτια και τον είχε καλέσει να μπει.


Κεφάλαιο 6

οι φωνές που δεν ειπώθηκαν ποτέ

Image Not Found



Το δωμάτιο ενημέρωσης στον 6ο όροφο της CIA, γνωστό ως “The Vault”, ήταν κλειστό για όλους, εκτός από τους ανώτερους αξιωματικούς επιχειρήσεων. Οι οθόνες γύρω από τον Panetta φώτιζαν το πρόσωπό του από κάτω, κάνοντάς τον να μοιάζει λιγότερο με διευθυντή και περισσότερο με άνδρα που είχε μόλις καταπιεί ένα λάθος τόσο βαρύ όσο και η σιωπή που το συνόδευε.

Ο Michael, επικεφαλής επιχειρήσεων στο Αφγανιστάν, εμφανίστηκε στη σύνδεση.
Η φωνή του ήταν στεγνή, βραχνή, σαν να είχε περάσει ώρες να διαβάζει τα απομεινάρια μιας καταστροφής:

«Τον δεχτήκαμε χωρίς έλεγχο. Έφερε μαζί του έναν φορητό υπολογιστή. Είπε ότι είχε μέσα συντεταγμένες για τον Ζαουαχίρι. Η Jennifer τού χαμογέλασε. Είπε: “Ας δούμε τι έχεις φέρει για μας.” Εκείνος δεν απάντησε. Έπιασε το φερμουάρ της ζακέτας του και…»

Ο Michael σταμάτησε.

«Συνεχίστε», είπε ο Panetta.

«…χαμογέλασε. Και έσκασε.»

Η μαύρη λίστα ανασκόπησης που δημιουργήθηκε τις επόμενες εβδομάδες περιλάμβανε:

  • 14 παραβιάσεις πρωτοκόλλων ασφαλείας
  • 5 προειδοποιητικά σημάδια που αγνοήθηκαν
  • 3 επιχειρησιακές συστάσεις που δεν εφαρμόστηκαν
    και μία εσωτερική έκθεση από Ιορδανό αναλυτή που έλεγε ρητά:


    “Ο Balawi συνεχίζει να εκφράζει ριζοσπαστικές απόψεις στα φόρουμ. Πρέπει να επανεκτιμηθεί η αφοσίωσή του.”


    Η έκθεση αυτή δεν είχε διαβιβαστεί ποτέ στη CIA.

    Ο υπεύθυνος στον GID είχε σημειώσει στο περιθώριο:
    «Αν τη δώσουμε, θα χαλάσει η δουλειά. Ας το παίξουμε ρίσκο.»

    Το ρίσκο σκοτώνει.
    Και εκείνη τη μέρα, σκότωσε οκτώ ανθρώπους.

    Στο Camp Chapman, τα συνεργεία αποκατάστασης είχαν ξεκινήσει.
    Το έδαφος στο κέντρο του σταθμού ήταν καλυμμένο με πίσσα και στάχτη.

    Ένας τοίχος από σπασμένα μπετόν είχε σπρώξει έξω το σασί του Suburban. Τα καθίσματα του αυτοκινήτου ήταν αιματοβαμμένα, τα τζάμια διάφανα πλέον μόνο από τις τρύπες που άφησαν τα θραύσματα.

    Ο τεχνικός καταγραφής περιστατικών — με κωδικό Q-92 — είχε γράψει:

«Η ζώνη που χρησιμοποίησε ο δράστης περιείχε υψηλής ποιότητας εκρηκτικά, αδύνατο να εντοπιστούν από κοινό ανιχνευτή. Είχε φτιαχτεί από επαγγελματία. Το πυροκροτητικό ήταν χειροκίνητο. Δεν υπήρξε δισταγμός. Ήξερε τι έκανε.»


Ο πατέρας του Khalil al-Balawi, στη Ζάρκα, δήλωσε στην εφημερίδα Al Ghad:

«Ο γιος μου ήθελε να βοηθήσει τον λαό του. Πίστευε ότι οι Αμερικανοί ήταν εχθροί. Τον στρατολόγησαν, τον εξαπάτησαν. Αυτό που έκανε, το έκανε επειδή πίστευε πως είναι καθήκον του.»



Όταν η εφημερίδα τον ρώτησε εάν γνώριζε πως ο γιος του είχε ανατιναχθεί σε βάση της CIA, είπε:

«Ήξερα ότι δεν θα γύριζε. Αλλά τώρα ξέρω ότι έφυγε όπως ήθελε. Ελεύθερος.»



Πίσω στο Langley, η πιο ψύχραιμη φωνή ανήκε στον Martin, έναν παλιό επιχειρησιακό αναλυτή:

«Αν κοιτάξεις την υπόθεση Balawi από ψηλά, είναι η τέλεια επιχείρηση διείσδυσης. Διείσδυσε μέσα από τις ελπίδες μας. Μέσα από την ανάγκη μας για επιτυχία. Χρησιμοποίησε το μόνο πράγμα που δεν αμφισβητεί ποτέ η CIA: τον “χρήσιμο πληροφοριοδότη”.»

Σώπασε.

«Η Jennifer τον ήθελε πολύ. Ήθελε τη νίκη. Κι εκείνος το ήξερε. Και της την έδωσε. Στον τάφο.»

Εκείνη τη νύχτα, στο Kabul, ένας από τους πράκτορες που είχε επιζήσει, έγραψε σε ένα χαρτί που δεν στάλθηκε ποτέ:

«Ήταν σαν να μας παρακολουθούσε για μήνες. Ήξερε ποιος ήταν ποιος. Ποιος πίστευε. Ποιος δίσταζε. Και χτύπησε τη στιγμή που όλοι θέλαμε να πιστέψουμε. Το αληθινό του όπλο δεν ήταν η β
όμβα. Ήταν το χαμόγελο.»





Κεφάλαιο 7

η αλυσίδα που έσπασε από μέσα

Η επιτροπή εσωτερικής αξιολόγησης της CIA συγκλήθηκε με εντολή του ίδιου του Panetta. Ο τίτλος της αναφοράς που θα συντάσσονταν ήταν ουδέτερος:

“Incident Review – Asset Compromise in Khost Province.”


Αλλά όλοι γνώριζαν την αλήθεια:
Το Chapman δεν ήταν απλώς ένα λάθος. Ήταν μια πληγή που αιμορραγούσε εμπιστοσύνη.

Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ο Balawi. Το πρόβλημα ήταν η CIA η ίδια — ο τρόπος που λειτουργούσε, ο τρόπος που σκεφτόταν, ο τρόπος που εμπιστευόταν.

Η αναλύτρια Margaret T., με ειδίκευση στην HUMINT ασφάλεια, έκανε μια εσωτερική παρουσίαση στις 3 Ιανουαρίου 2010.

Πάνω στη γιγαντοοθόνη, μια πρόταση με κόκκινα γράμματα:
“THE SYSTEM OF VALIDATION FAILED.”

Εξήγησε πως:

  • Ο al-Balawi δεν πέρασε ποτέ από επίπεδο 3 debriefing (advanced psych-profile).
  • Οι αναφορές από το Αμμάν δεν διασταυρώθηκαν ποτέ από τρίτη υπηρεσία.
  • Ο φάκελός του δεν είχε ούτε μία πλήρη μεταφρασμένη καταγραφή των online δημοσιεύσεών του, μόνο περίληψη από GID.
  • Κανένα μέλος της ομάδας Chapman δεν είχε δουλέψει μαζί του στο παρελθόν.


Η φωνή της έσπασε όταν είπε:
«Στην πραγματικότητα, δεν είχαμε πράκτορα. Είχαμε φαντασίωση.»

Στο Υπουργείο Άμυνας, η επίθεση θεωρήθηκε χτύπημα εφάμιλλο επιχειρησιακής καταστροφής.

Ο στρατηγός David Petraeus, αν και αρχικά σιωπηλός, έγραψε σε εμπιστευτικό σημείωμα προς το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας:

«Αν η CIA δεν μπορεί να ελέγξει ποιον αφήνει να εισέλθει σε μυστική βάση στο Κόστ, πώς θα μπορέσει να ελέγξει το HUMINT σε Κανταχάρ, Χελμάντ ή Waziristan;»



Η φράση έφτασε στο National Security Council ως κλήση για πολιτική αναθεώρηση.

Στην Ουάσινγκτον, ο αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφάλειας John Brennan προετοίμαζε την επίσημη γραμμή προς τα ΜΜΕ.

Η οδηγία του προς τον Λευκό Οίκο ήταν σαφής:

«Πρέπει να προστατεύσουμε τη συνεργασία με την Ιορδανία, να περιορίσουμε τις εσωτερικές διαρροές, και να τονίσουμε ότι ήταν “μεμονωμένο περιστατικό”. Οτιδήποτε περισσότερο θα ενθαρρύνει αντιπάλους και θα δυσφημίσει συμμάχους.»



Ο Πρόεδρος Ομπάμα ενημερώθηκε εκτενώς το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Όταν τελείωσε η ενημέρωση, είπε:

«Εφτά νεκροί. Και ένας φίλος της Αμερικής. Όλα επειδή πιστέψαμε αυτό που θέλαμε να είναι αλήθεια.»



Η εντολή του ήταν ρητή:

«Βρείτε όλους τους λόγους που συνέβη. Και βεβαιωθείτε ότι δεν θα συμβεί ξανά.»




Ο Bruce Riedel, πρώην αναλυτής της CIA και τώρα σύμβουλος στο Brookings, έγραψε αργότερα:

«Το Chapman είναι το σημείο μηδέν όπου η CIA αναγκάστηκε να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη. Είδε πως το πάθος για “μεγάλα κεφάλια” είχε οδηγήσει στην απώλεια των δικών της καλύτερων μυαλών. Ο Al-Balawi δεν ήταν πράκτορας. Ήταν καθρέφτης των αδυναμιών μας.»




Μια εβδομάδα μετά την επίθεση, ο Leon Panetta κυκλοφόρησε εσωτερικό υπόμνημα.

Η τελευταία παράγραφος έλεγε:

«Οι άντρες και οι γυναίκες που πέθαναν στο Chapman υπηρέτησαν σε ένα από τα πιο σκληρά μέτωπα. Δεν τους σκότωσε μόνο ο εχθρός. Τους σκότωσε και η ανάγκη μας να πιστέψουμε. Ας μην ξαναγίνει ποτέ αυτό το λάθος.»




Η υπογραφή του ήταν χειρόγραφη.
Δίπλα έγραψε με μπλε μελάνι:
“Never again. Never like this.”


Κεφάλαιο 8

τα σπίτια που δεν άνοιξαν ξανά

Η Alexandria της Βιρτζίνια δεν είχε τίποτα το ηρωικό εκείνη την Παρασκευή. Ο ουρανός ήταν γκρι, ο αέρας μύριζε βρεγμένο ξύλο και ηλεκτρικό σίδερο. Ήταν ο καιρός που φέρνει οιωνούς χωρίς λέξεις.

Η πόρτα της Elizabeth Hanson παρέμεινε κλειστή. Στο ταχυδρομικό κουτί είχαν μαζευτεί γράμματα. Ένα μικρό στεφάνι κρεμόταν στην είσοδο, ξεχασμένο από τις γιορτές. Στο χαλί μπροστά από την εξώπορτα, υπήρχε ακόμα η πατημασιά ενός μικρού σκύλου.

Ο Tom, ο σύντροφός της για τέσσερα χρόνια, καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας. Δεν είχε ανάψει φως. Έπινε το τελευταίο της τσάι — λεμονόχορτο με μέλι. Το κουτάκι το είχε φέρει η ίδια από το Παρίσι σε μια αποστολή που, επίσημα, δεν είχε συμβεί ποτέ.

Στα χέρια του κρατούσε ένα γράμμα που δεν είχε γράψει:

“Δεν ήξερα ότι σε αγαπούσα τόσο μέχρι που έπαψα να μπορώ να σου το πω.”




Ο πατέρας του Scott Roberson, πρώην αστυνομικός από την Ατλάντα, περπατούσε στον κήπο με ένα μπαστούνι και μετρούσε τα βήματά του. Κάθε τέσσερα βήματα, κοντοστεκόταν. Όπως έκανε και ο γιος του όταν εκπαιδευόταν στο FBI Training Academy στο Quantico.

Στο υπόγειο είχε ακόμα το δίπλωμα που του είχε στείλει κορνιζαρισμένο:
“Protect and Serve. Until the end.”

Τώρα, μόνο το δεύτερο κομμάτι έμενε αληθινό.

Στο Arlington National Cemetery, η Jennifer Matthews ετάφη με τιμές που προβλέπονται για πεσόντες πράκτορες της CIA. Το φέρετρό της ήταν καλυμμένο με τη σημαία. Παρόντες ήταν στελέχη από τη Διοίκηση, απόστρατοι, οικογένειες και μία γυναίκα με σκούρο καπέλο που έκλαιγε σιωπηλά — η αδελφή της.

Δίπλα στο μνήμα, ένας πράκτορας της CIA παρέδωσε την αναμνηστική σημαία στον σύζυγό της. Εκείνος δεν είπε τίποτα. Μόνο την κράτησε στα γόνατά του σαν να ήταν η τελευταία αφή που του είχε μείνει από εκείνη.

Στο Langley, στον τοίχο του “Memorial Hall”, χαράχτηκαν νέα αστέρια. Ο τοίχος δεν γράφει ονόματα — μόνο αστέρια. Καθένα από αυτά, μια ζωή που χάθηκε “εν ώρα καθήκοντος”, σε υπηρεσίες που ποτέ δεν επιβεβαιώθηκαν.

Image Not Found


Τα επτά αστέρια για το Camp Chapman χαράχτηκαν σιωπηλά. Κανένα τελετουργικό. Καμία κάμερα. Μόνο χέρια με γάντια και μία λεπτή μαρμάρινη λάμα.

Ένας πράκτορας στάθηκε για δώδεκα λεπτά μπροστά τους. Δεν μίλησε. Μόνο έγραψε στο προσωπικό του σημειωματάριο:

“Δεν πεθάνατε για πληροφορία. Πεθάνατε γιατί όλοι εμείς ξεχάσαμε ότι ο εχθρός δεν φορά στολή. Φορά λόγια που θέλουμε να ακούσουμε.”


Ο πατέρας του Khalil al-Balawi, στη Ζάρκα, δέχτηκε δύο επισκέψεις.

Η πρώτη ήταν από έναν άνδρα με γκρίζα γενειάδα, ο οποίος του χάρισε ένα ξύλινο κομπολόι και του είπε:

«Ο γιος σου έκανε το καθήκον του απέναντι στον Θεό. Οι άπιστοι έκλαψαν. Οι αληθινοί πίστεψαν.»




Η δεύτερη ήταν από έναν πράκτορα της GID. Φορούσε πολιτικά, έκατσε απέναντί του, δεν χαμογέλασε. Είπε μόνο:

«Πρόσεξε τι θα πεις. Γιατί τώρα πια, κάθε σου λέξη δεν ανήκει μόνο σε εσένα.»





Ο πατέρας του al-Balawi κοίταξε κάτω. Έπειτα σήκωσε το βλέμμα και είπε ήρεμα:

«Ο γιος μου έγινε αυτό που φτιάξατε. Εσείς του ανοίξατε την πόρτα. Εκείνος απλώς την έκλεισε πίσω του.»





Η CIA, για πρώτη φορά μετά το Ιράκ, πάγωσε όλες τις επιχειρήσεις HUMINT σε περιοχές υψηλού κινδύνου.

Στην Εντολή Αριθμός 482-A, έγραφε:

“All field operations involving face-to-face human asset collection shall be suspended in Afghanistan until revised risk assessment protocols are finalized.”



Σημείωση στο περιθώριο με μπλε στυλό, από τον Panetta:

“If we don’t trust our sources, we are blind.
If we trust them too much, we are dead.
Find the line. Then dig a trench.”


Κεφάλαιο 9

η ώρα του σκοτεινού καθρέφτη

Ο διάδρομος Bravo-3 στον έβδομο όροφο της CIA, εκεί όπου στεγαζόταν η Διεύθυνση Επιχειρήσεων, ήταν ήσυχος. Πιο ήσυχος απ’ ό,τι θα έπρεπε. Το Chapman δεν είχε αφήσει μόνο νεκρούς· είχε αφήσει ένα ρήγμα στην καρδιά της υπηρεσίας.

Η ομάδα που επέβλεπε τις επιχειρήσεις στην Ανατολική Ασία και τη Μέση Ανατολή είχε χωριστεί, όχι γεωγραφικά — αλλά ψυχολογικά.

Κάποιοι μιλούσαν για πλήρη αναδιοργάνωση της HUMINT πολιτικής.
Άλλοι, πιο σκληροπυρηνικοί, πίεζαν για προληπτικές δράσεις σε κάθε ύποπτο πρόσωπο, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε να καούν επαφές.

Μια λέξη επαναλαμβανόταν σε κάθε εσωτερικό έγγραφο:
“deconfliction.”
Αποφυγή σύγκρουσης. Αποφυγή ρίσκου. Αποφυγή απόφασης.

Η κρυφή τηλεδιάσκεψη με τον σταθμό στο Ισλαμαμπάντ εξελίχθηκε σε ανταλλαγή κατηγοριών. Ο Chief of Base στο Πακιστάν κατηγόρησε ανοιχτά την Ιορδανία:

«Η GID μας παρέδωσε έναν άνθρωπο που δεν μπορούσε να περάσει καν basic clearance στις δικές μας διαδικασίες. Μας τον πλάσαραν σαν χρυσό. Ήταν καθαρό μολύβι.»




Η απάντηση του liaison officer από την GID ήταν ήρεμη, αλλά αμείλικτη:

«Μας ζητήσατε έναν που να μπορεί να φτάσει τον Ζαουαχίρι. Σας δώσαμε έναν που έπινε τσάι μαζί του. Τώρα σας ενοχλεί που ήταν πιο έξυπνος από όλους σας;»




Η σύνδεση τερματίστηκε απότομα. Ήταν σαφές πως η συμμαχία είχε ρωγμές που δεν θα έκλειναν εύκολα.

Ο Leon Panetta κάλεσε κλειστή συνεδρίαση με τους Διευθυντές Ανάλυσης, Επιχειρήσεων και Τεχνολογίας. Πριν μιλήσει, έβγαλε το ρολόι του και το ακούμπησε στο τραπέζι.

«Από τη στιγμή που μιλάμε, έχουμε πράκτορες στο Waziristan, στη Χελμάντ, στη Συρία και στον Λίβανο. Αν δεν τους εξοπλίσουμε ξανά με εμπιστοσύνη, δεν θα επιβιώσουν. Και αν τους εξοπλίσουμε πρόχειρα, θα τους σκοτώσουμε εμείς οι ίδιοι.»

Στο λευκό πίνακα, έγραψε δύο λέξεις:

“Controlled Trust.”



Και από κάτω:
“HUMINT 2.0”

Ήταν το προσχέδιο της μεγαλύτερης αναδιάρθρωσης του ανθρώπινου πληροφοριακού μηχανισμού της CIA από την εποχή του Aldrich Ames.

Στην πράξη, όμως, τίποτα δεν άλλαξε αμέσως.

Οι πράκτορες πεδίου δούλευαν με φόβο. Τα πρωτόκολλα ασφαλείας γίνονταν πιο αυστηρά, τα debriefing πιο βασανιστικά, οι νέες επαφές αντιμετωπίζονταν σαν πιθανοί βομβιστές.

Σε μια αποστολή στο Kandahar, η “Anna”, αναλύτρια με ψυχολογική εκπαίδευση, έγραψε στην έκθεσή της:

«Οι πληροφοριοδότες δεν μιλούν πια. Μας κοιτούν σαν να φοβούνται ότι θα τους σκοτώσουμε πριν τους σκοτώσει η Αλ Κάιντα. Και το χειρότερο είναι πως έχουν δίκιο.»




Στο Training Division, το μάθημα “Πώς να Εντοπίζεις Επικίνδυνους Διπλούς Πράκτορες” άλλαξε τίτλο:
“Πώς να Αναγνωρίζεις Όταν Εσύ Είσαι ο Επικίνδυνος Παράγοντας.”

Η αναγνώριση ότι η υπηρεσία θέλει να πιστέψει ό,τι εξυπηρετεί την αποστολή της, έγινε επίσημο θέμα εκπαιδευτικής ύλης.

Μια μέρα, στο cafeteria του Langley, ο “Richard” — απόστρατος case officer που είχε υπηρετήσει στη Βηρυτό — πλησίασε έναν νεαρό χειριστή που μόλις είχε επιστρέψει από το Ιράκ.

Του είπε:

«Το χειρότερο που μπορείς να πάθεις δεν είναι να σου πει ψέματα ο πληροφοριοδότης. Είναι να σου πει την αλήθεια για να κερδίσει το ψέμα που θα σου πει μετά.»



Ο νεαρός δεν απάντησε. Απλώς έγνεψε. Είχε δει το Chapman να επαναλαμβάνεται — με μικρότερο θύμα αυτή τη φορά. Τον εαυτό του.

Στις απόρρητες ενημερώσεις προς τον Λευκό Οίκο, οι εκτιμήσεις ήταν δυσοίωνες:

– Η Αλ Κάιντα θεωρεί την επίθεση στο Chapman «στρατηγική νίκη».
– Οι στρατολογήσεις πρακτόρων HUMINT μειώθηκαν κατά 60% σε 90 ημέρες.
– Η εμπιστοσύνη προς τις τοπικές υπηρεσίες πληροφοριών έγινε εφιάλτης διπλής αποστασίας.




Και στο τέλος της σελίδας:

“Η CIA, για πρώτη φορά μετά το Βιετνάμ, αμφισβητεί τη δική της φύση.”





Κεφάλαιο 10

η τιμωρία που γράφτηκε στη σκιά

Ο φάκελος είχε τίτλο:
“OPERATION ECHO RESOLVE”
Υπογραφή: Special Activities Division.
Ημερομηνία έναρξης: 12 Ιανουαρίου 2010.

Ο στόχος δεν ήταν μόνο ένας.
Δεν ήταν ο Αϊμάν αλ Ζαουαχίρι. Δεν ήταν οι Ταλιμπάν. Δεν ήταν η Αλ Κάιντα στο σύνολό της.
Ο στόχος ήταν οι άνθρωποι πίσω από τον Khalil al-Balawi. Εκείνοι που του άνοιξαν την πόρτα, που τον εκπαίδευσαν, που του έδωσαν το πράσινο φως. Και ίσως, εκείνοι που δεν σταμάτησαν να παρακολουθούν όταν όλα πήγαιναν στραβά.

Η ομάδα των SΑD/SOG (Special Activities Division / Special Operations Group) κινητοποιήθηκε από τρεις διαφορετικές χώρες. Είχαν εντολή:

«Βρείτε το δίκτυο πίσω από τον Khorasani. Βρείτε εκείνους που του έδωσαν στήριξη στο Waziristan. Δεν πρόκειται για αναχαίτιση. Πρόκειται για εξόντωση.»




Η CIA δεν ήθελε πλέον συλλήψεις.
Ήθελε ισοπέδωση.

Ο κατάλογος-στόχος είχε δώδεκα ονόματα.
Ορισμένα ήταν χαμηλόβαθμοι υποστηρικτές — υλικοτεχνικοί. Άλλοι ήταν χειριστές του al-Balawi στο πεδίο. Δύο είχαν φημολογούμενες επαφές απευθείας με τον Zawahiri.

Και ένας, σύμφωνα με έναν αναλυτή του NSA, φερόταν να είχε μεταφέρει προσωπικά τον al-Balawi από τη Miranshah στο Κόστ την παραμονή της επίθεσης.

Κωδικό όνομα: “Qari Talha.”
Πρώην διοικητής των Haqqani. Νυν ελεύθερος επαγγελματίας.
Αόρατος από το 2008. Μέχρι τώρα.

Στις 3 Φεβρουαρίου 2010, ένα MQ-9 Reaper drone πέταξε πάνω από την απομακρυσμένη περιοχή Dande Darpa Khel στο Waziristan. Η εικόνα ήταν καθαρή. Μια μικρή konvoy τριών οχημάτων προχωρούσε χωρίς συνοδεία. Κάποιος στο πίσω κάθισμα κρατούσε laptop. Ήταν ακριβώς το προφίλ που είχαν σχεδιάσει.

Το οπτικό αναγνωριστικό επιβεβαιώθηκε από συνεργάτες στην ISI — για μία και μοναδική φορά.
Στις 17:46 τοπική ώρα, η εντολή δόθηκε:

“Fire. One Hellfire. No survivors.”

Η έκρηξη τίναξε την πορεία της μικρής konvoy έξω από τον δρόμο. Τα τρία οχήματα διαλύθηκαν. Τα σώματα δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ επισήμως. Αλλά η CIA σημείωσε στο κεντρικό αρχείο:

“Confirmed: Qari Talha – Eliminated. Status: Retaliatory Target – Priority 1A.”




Τις επόμενες εβδομάδες, άλλοι τρεις από τον κατάλογο εξουδετερώθηκαν.

Ο ένας από drone.
Ο δεύτερος με IED που τοποθέτησε τοπική παραστρατιωτική μονάδα υπό επιτήρηση.
Ο τρίτος εξαφανίστηκε απλώς. Φήμες λένε πως τον ανέλαβαν «μακριά χέρια» στην Υεμένη.

Στην αναφορά επιχειρήσεων της 31ης Μαρτίου 2010, ο διοικητής του CTC έγραψε:

«Δεν επιδιώκουμε να εξαλείψουμε την Αλ Κάιντα. Επιχειρούμε να διαγράψουμε από τη συλλογική τους μνήμη την ιδέα ότι μπορούν να μας νικήσουν με έναν ψεύτικο γιατρό. Στο τέλος, το μήνυμα δεν είναι “μας εξαπατήσατε”. Το μήνυμα είναι: “Μας κοστίσατε. Αλλά σας κόστισε πολλαπλάσια.”»




Ο Leon Panetta, στη σύνταξή του προς το Συμβούλιο Εποπτείας Πληροφοριών του Κογκρέσου, αναγνώρισε την αποτυχία:

«Η επίθεση στο Chapman απέδειξε ότι η ανάγκη μας να πιστέψουμε σε μια νίκη μας τύφλωσε. Το μάθημα είναι σαφές: η εμπιστοσύνη δεν είναι εργαλείο. Είναι ρίσκο. Και δεν δίνεται χωρίς κόστος.»




Αλλά όταν τον ρώτησαν ιδιωτικά τι ένιωθε για την επιχείρηση εκδίκησης, απάντησε με δύο λέξεις:

“Ήταν αναγκαία.”




Στην επέτειο της επίθεσης, 30 Δεκεμβρίου 2010, η CIA δεν έκανε τελετή. Δεν υπήρξαν ανακοινώσεις. Ούτε καν δελτία τύπου.

Μόνο ένα λουλούδι τοποθετήθηκε μπροστά στον τοίχο των αστεριών. Χωρίς κάμερες.
Χωρίς λέξεις.

Και στην αίθουσα επιχειρήσεων του CTC, μια σημείωση πάνω σε έναν φάκελο:

“Εκείνος μπορεί να πέθανε με χαμόγελο.
Αλλά το χαμόγελο πέθανε μαζί του.”






Κεφάλαιο 11

το τίμημα της σιωπής

Image Not Found



Ο τοίχος των αστεριών στο αρχηγείο της CIA συνέχισε να μεγαλώνει. Κάθε νέο αστέρι, μια ζωή που χάθηκε σε υπηρεσία καθήκοντος. Καμία επιγραφή. Καμία επεξήγηση. Μόνο ένα αστέρι σε λευκό μάρμαρο, χαραγμένο σιωπηλά.

Το Chapman είχε προσθέσει επτά.

Η υπηρεσία κράτησε τον πόνο μέσα της. Όχι από ντροπή. Από στρατηγική.

Ο πρόεδρος Ομπάμα ουδέποτε ανέφερε δημοσίως την επίθεση με το όνομά της. Το Camp Chapman έγινε “τοπική βάση στο ανατολικό Αφγανιστάν”. Ο Khalil al-Balawi, ένας “πιθανός πληροφοριοδότης που αποδείχθηκε εχθρικός”.

Η επιλογή ήταν συνειδητή.

Όσο λιγότερα λέγονται, τόσο λιγότερα ερμηνεύονται.
Και όσο λιγότερα ερμηνεύονται, τόσο λιγότερες απαντήσεις χρωστάς.

Η επιτροπή Πληροφοριών της Γερουσίας απαίτησε εσωτερική αναφορά.
Η CIA παρέδωσε ένα redacted document 87 σελίδων.
Τα περισσότερα σημεία έμοιαζαν με επιτάφιο μαύρο μελάνι.

Η τελική πρόταση, ωστόσο, δεν λογοκρίθηκε:

“Η αποτυχία του Chapman δεν ήταν ατομική. Ήταν θεσμική. Και εάν δεν γίνει αντικείμενο μακρόπνοου αναστοχασμού, θα επαναληφθεί.”





Η πρόταση κατατέθηκε.
Δεν διαβάστηκε ποτέ σε δημόσια συνεδρίαση.

Μέσα στη CIA, οι άνθρωποι που γνώριζαν την υπόθεση άρχισαν να μετακινούνται. Μερικοί αποστρατεύτηκαν. Άλλοι τοποθετήθηκαν σε νέα πόστα. Ένας παλιός θρύλος έλεγε:

«Όταν κάτι πάει στραβά, δεν σου φωνάζουν. Σου αλλάζουν γραφείο.»





Η ψυχή της υπηρεσίας, όμως, είχε αλλάξει.

Ακόμα κι εκείνοι που δεν γνώριζαν τη Matthews προσωπικά, μιλούσαν για το Chapman με έναν ιδιαίτερο τρόπο:

  • Ποτέ με το όνομά του.
  • Ποτέ με αριθμούς.
  • Πάντα με αναφορές όπως: “το περιστατικό στο Κ.”, “η προδοσία από μέσα”, “η επίθεση που μας άλλαξε.”



Σε μια άτυπη συγκέντρωση αποστράτων αναλυτών στη Βιρτζίνια, ο William, πρώην case officer με εμπειρία από το Ιράν και την Αφρική, είπε κάτι που έκανε τους πάντες να σωπάσουν:

«Η CIA δεν κάνει μνημόσυνα. Κάνει αναπροσαρμογές. Αν θες να πενθήσεις, πένθησε στο αυτοκίνητό σου καθ’ οδόν για τη δουλειά. Στην αίθουσα επιχειρήσεων, πενθούμε μόνο όταν δεν μαθαίνουμε από το λάθος. Και στο Chapman, μάθαμε με τον πιο σκληρό τρόπο.»





Ένα χρόνο μετά την επίθεση, το όνομα του Khalil al-Balawi δεν υπήρχε πουθενά σε δημόσια έγγραφα της αμερικανικής κυβέρνησης.

Στην ιστοσελίδα της CIA, οι θάνατοι του Chapman μνημονεύονταν απλώς ως “losses in the line of duty”. Τίποτα για το ποιος ήταν ο δράστης. Τίποτα για το πώς διείσδυσε.

Η λογική ήταν απλή:

«Αν παραδεχτείς ότι σε εξαπάτησαν, αποδυναμώνεις τη μελλοντική σου ικανότητα να πείσεις κάποιον να σε εμπιστευτεί.»





Και η εμπιστοσύνη, στον κόσμο των μυστικών επιχειρήσεων, είναι νόμισμα.
Ευάλωτο. Εύθραυστο. Αναλώσιμο.

Στο Training Center της CIA, η υπόθεση Balawi διδασκόταν πλέον ως case study. Όχι με φωτογραφίες. Όχι με πρόσωπα.

Μόνο ως εξής:

“Scenario 18: High-value HUMINT asset transitions into triple agent – catastrophic failure in containment.”





Στις σημειώσεις του καθηγητή:

“Μη δίνετε ποτέ στον άνθρωπο που δεν εμπιστεύεστε τη δυνατότητα να καθορίσει τις κινήσεις σας.”





Μόνο στα παρασκήνια, κάποιοι κρατούσαν ακόμα τον φάκελο με τα αληθινά δεδομένα.
Κάποιοι διάβαζαν τα παλιά μηνύματα, τις πρώτες αναφορές, τα χαμόγελα πριν την προδοσία.
Και στο κάτω μέρος του εσωτερικού αρχείου της Matthews, υπήρχε ένα σχόλιο δικό της.

Έγραφε:

“Αυτός ο τύπος είναι ή πολύ έξυπνος ή πολύ επικίνδυνος. Ίσως και τα δύο.

Αλλά δεν μας έχουν μείνει πολλοί να διαλέξουμε.




Κεφάλαιο 12

οι ζωντανοί που κουβαλούν τους νεκρούς

Ο David E., επιχειρησιακός αναλυτής στο Langley, δεν πήγε ποτέ στο Chapman. Δεν πάτησε το πόδι του στο Αφγανιστάν. Δεν γνώρισε προσωπικά την Jennifer Matthews.

Αλλά κάθε πρωί περνούσε μπροστά από τον τοίχο με τα αστέρια. Σταματούσε πάντα στο νούμερο 124. Εκείνο που προστέθηκε τελευταία.

Ένα αστέρι χωρίς όνομα.

Κάθε φορά το άγγιζε με το δάχτυλο — ένα ελαφρύ άγγιγμα, σχεδόν σαν προσευχή.

«Συγγνώμη», έλεγε. «Δεν σε προστάτεψα.»

Η Julia M., αξιωματικός στρατολόγησης, επέστρεψε από το Αφγανιστάν τρεις μήνες μετά το Chapman. Είχε υπηρετήσει στην ίδια περιοχή, γνώριζε πρόσωπα, είχε δει τον Balawi από απόσταση σε βίντεο ασφαλείας, σε briefings, σε χαρτιά.

Πέρασε εβδομάδες σε ψυχολογική αποσυμπίεση.

Στην τελική της συνέντευξη με τον ψυχολόγο του Κέντρου Ανθρωπίνων Πληροφοριών, είπε:

«Δεν φοβάμαι ότι θα με σκοτώσει ο επόμενος Balawi.
Φοβάμαι ότι θα τον ξαναπιστέψω.»



Ο Tom R., contractor ασφαλείας, ήταν ένας από τους τρεις που επιβίωσαν από την έκρηξη. Εκείνο το απόγευμα, τον είχαν καλέσει για αλλαγή βάρδιας 20 λεπτά μετά την είσοδο του Balawi.

Η σύζυγός του λέει πως από τότε κοιμάται με το φως ανοιχτό. Πίνει καφέ στις 2 π.μ. και περπατά γύρω από το σπίτι κάθε βράδυ.

Δεν μιλάει γι’ αυτό.

Το μόνο που είπε ποτέ, μια νύχτα στον καναπέ:

«Δεν πέθαναν για μια σημαία. Πέθαναν επειδή θέλαμε τόσο πολύ να νικήσουμε, που δεν καταλάβαμε πότε χάσαμε ήδη.»



Η αδελφή της Elizabeth Hanson, εκπαιδευτικός στο Όρεγκον, ίδρυσε ένα μικρό ανεξάρτητο ταμείο με το όνομά της. Χωρίς δημοσιότητα. Χωρίς αιτήματα. Μόνο για φοιτήτριες που μελετούν διεθνείς σχέσεις με προτεραιότητα στην ανάλυση συγκρούσεων.

Σε μια συνέντευξη είπε:

«Η Elizabeth αγαπούσε το φως της αλήθειας. Το Chapman ήταν σκοτάδι. Αλλά εγώ θα βάλω ένα κερί εκεί.»



Τρία χρόνια μετά το Chapman, ένας ανώτατος αξιωματούχος της CIA έδωσε διάλεξη σε κλειστό ακροατήριο στο National Intelligence University. Το θέμα ήταν:

“Διδάγματα από την καταστροφή: Επιχειρησιακή αποτυχία και ψυχολογική τύφλωση.”



Κάποιος τον ρώτησε:

«Αν ο Balawi εμφανιζόταν ξανά σήμερα, θα τον εμπιστευόμασταν πάλι;»



Ο ομιλητής σώπασε. Έπειτα είπε:

«Όχι έτσι. Όχι τόσο εύκολα.
Αλλά αν μας υποσχόταν τον Ζαουαχίρι, και είχαμε επτά ημέρες για να τον πιάσουμε… δεν μπορώ να σας υποσχεθώ τίποτα.»



Η ζωή συνέχισε.
Η βάση Chapman ξαναχτίστηκε. Νέα κτήρια, νέα συστήματα ασφαλείας, νέα πρωτόκολλα.
Αλλά η είσοδος, εκεί όπου ανατινάχτηκε ο al-Balawi, δεν ξαναχτίστηκε ποτέ.
Αφέθηκε ως έχει.

Οι ντόπιοι τη λένε “η καμένη πύλη”.
Οι Αμερικανοί απλώς τη δείχνουν στους νέους αναλυτές όταν φτάνουν:

«Εδώ τελειώνουν τα χαρτιά.
Από εδώ και πέρα, ξεκινάει ο φόβος.»



Η σκιά του al-Balawi ποτέ δεν έφυγε.

Για την Αλ Κάιντα, ήταν ο γιατρός που νίκησε τους εχθρούς με το μυαλό και το σώμα του.
Για τη CIA, ήταν το χαστούκι της αλαζονείας.
Για τους επιζώντες, ήταν ο καθρέφτης όλων όσων δεν ήθελαν να δουν ποτέ ξανά.


Κεφάλαιο 13

η τελετή που δεν έγινε ποτέ

Το Camp Chapman ήταν ήσυχο εκείνο το πρωί του Δεκεμβρίου, δέκα χρόνια ακριβώς από την ημέρα που το υποτιθέμενο “asset” διέλυσε το κέντρο του σταθμού και τον πυρήνα της εμπιστοσύνης της CIA.

Δεν υπήρχαν σημαίες, ούτε λόγοι, ούτε προσκεκλημένοι.

Μόνο τρεις πράκτορες πεδίου, ένας χειριστής από το Special Activities Center, και μια αναλύτρια από το CTC, οι οποίοι όλοι είχαν υπηρετήσει τότε — ή είχαν επιβιώσει.

Ο νεότερος κρατούσε ένα ξύλινο κουτί. Το άνοιξε. Μέσα, επτά μικρές μαύρες πέτρες, με χαραγμένα μόνο τα αρχικά των πεσόντων.

Image Not Found



Τις τοποθέτησαν μία-μία στο έδαφος.
Δίπλα ακριβώς στο μέρος που κάποτε υπήρχε το τραπέζι υποδοχής. Εκεί όπου η Jennifer Matthews είχε σταθεί πρώτη για να υποδεχτεί τον Balawi.

Καμία πέτρα δεν ήταν ίδια. Ούτε τα αρχικά ήταν πλήρη.
Αλλά όλοι όσοι βρίσκονταν εκεί ήξεραν.

Η τελετή κράτησε δώδεκα λεπτά.

Κανείς δεν μίλησε.

Στο τέλος, ο παλαιότερος πράκτορας έσκυψε και άφησε πάνω στις πέτρες ένα ρολό κολλητικής ταινίας και μια κόλλα UHU.

Ήταν εσωτερικό αστείο:
Όταν όλα πήγαιναν στραβά στο Chapman, η Jennifer έλεγε:

«Δώσε μου ταινία και κόλλα, και θα σου φτιάξω ακόμα και τον πόλεμο.»



Στο Langley, δεν έγινε καμία επίσημη αναφορά για την επέτειο.
Το εσωτερικό ημερολόγιο ασφαλείας σημείωνε μόνο:

“Restricted access to Khost station logs. Anniversary blackout remains in effect.”



Μια νέα γενιά πρακτόρων είχε έρθει. Οι περισσότεροι δεν γνώριζαν. Δεν θυμόντουσαν.

Μα κάποια βράδια, όταν έμεναν μόνοι στα κτήρια, άκουγαν ιστορίες:

  • Για έναν γιατρό που χαμογέλασε λίγο πριν το σκοτάδι.
  • Για μια αναλύτρια που έγραψε την τελευταία της σημείωση πέντε λεπτά πριν πεθάνει: “If this works, we change everything.”
  • Για μια CIA που κάποτε ήξερε πώς να φοβάται σωστά.



Στο προσωπικό της σημειωματάριο, το οποίο επιστράφηκε αργότερα στην οικογένεια, η Elizabeth Hanson είχε γράψει μια φράση από το Inferno του Δάντη:

«La via per l’inferno è lastricata da buone intenzioni.»
(Ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις.)



Ακριβώς από κάτω, με μολύβι:
“Κι όμως… κάποιες φορές πρέπει να περάσεις από εκεί.”

Η υπόθεση Balawi δεν θα αναγνωριστεί ποτέ επίσημα ως αποτυχία. Ούτε ως προδοσία. Ούτε καν ως μαθήμα που διδάσκεται με ονόματα.

Θα μείνει ως ψίθυρος.
Ως κεφάλαιο σε redacted έκθεση.
Ως αποσπασματική ανάμνηση σε κάποιο brief.

Αλλά για όσους την έζησαν, ήταν η μέρα που ο καθρέφτης έσπασε.

Και αυτοί που κοίταξαν μέσα του, δεν ξέχασαν ποτέ τι είδαν.


Κεφάλαιο 14

και όμως… πίστεψαν

Ένα χρόνο μετά το Chapman, ο Ali, νεαρός αναλυτής της CIA με ειδίκευση στο πολιτικό Ισλάμ, έγραφε την πτυχιακή του εργασία στο National Intelligence University.

Το θέμα ήταν:

“Η δυναμική της διπλής και τριπλής ταυτότητας στους πληροφοριοδότες – Το παράδειγμα Balawi.”



Στην πρώτη του σελίδα, ξεκινούσε με μία μόνο πρόταση:

«Ο Balawi δεν μας νίκησε επειδή ήταν καλύτερος. Μας νίκησε επειδή του επιτρέψαμε να γίνει αυτό που ελπίζαμε.»



Στην Ζάρκα, η οικογένεια του Balawi είχε μετακομίσει. Το πατρικό του σπίτι είχε παραμείνει κενό, με κλειστά παράθυρα και σπασμένα παντζούρια.

Μια μέρα, ένα παιδί από τη γειτονιά έγραψε με κιμωλία στην πόρτα:

“Εδώ έζησε κάποιος που ξεγέλασε τον μεγαλύτερο στρατό του κόσμου.”



Μια εβδομάδα αργότερα, η GID έσβησε τη φράση. Αλλά η γειτονιά δεν την ξέχασε.

Ο τελευταίος φάκελος που σχετίστηκε με την υπόθεση του Chapman έκλεισε εσωτερικά το 2014.

Τίτλος αρχείου:

“SUBJECT CLOSED – NO FURTHER COLLECTION REQUIRED.”



Η σημείωση του υπευθύνου αναλυτή ήταν:

“Ο εχθρός πέθανε. Οι δικοί μας θάφτηκαν. Η μνήμη καταγράφηκε. Προχωράμε.”



Αλλά κανείς στην αίθουσα δεν σηκώθηκε αμέσως.

Ένας από τους παρόντες ψιθύρισε:

«Ίσως τελειώσαμε με τον Balawi.
Αλλά αυτός δεν έχει τελειώσει με εμάς.»



Η ιστορία του Khalil al-Balawi δεν διδάσκεται. Δεν εμφανίζεται σε ντοκιμαντέρ. Δεν μπήκε ποτέ σε καμία επίσημη λίστα “τρομοκρατικών ενεργειών υψηλού κινδύνου”.

Κι όμως…
Είναι από τις λίγες φορές που ένας μόνο άνθρωπος:

  • Πέρασε από τη GID.
  • Έπεισε την CIA.
  • Ανέβηκε στο εσωτερικό ενός στρατοπέδου.
  • Κοίταξε τους πράκτορες στα μάτια.
  • Και πάτησε το κουμπί.



Όχι με οργή.
Όχι με δάκρυα.
Με χαμόγελο.

Ο Balawi δεν ήθελε να ζήσει.
Ήθελε να τους κάνει να πιστέψουν.

Και τα κατάφερε.

Για λίγο — πίστεψαν.

Και αυτή ήταν η πιο θανάσιμη πράξη του.

Τέλος.

Image Not Found


Discover more from The Undercover Journal

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

One comment

Leave a Reply

Discover more from The Undercover Journal

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from The Undercover Journal

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading